Grekisk.se / Η ιστορία της παροικίας των Ελλήνων στην Σουηδία


1960-1970


Η συγκρότηση και η εξέλιξή της ελληνικής μεταναστευτικής κοινότητας στη Σουηδία δείχνει ότι επηρεάζεται σοβαρά και από τη σουηδική μεταναστευτική πολιτική. 1η περίοδος


Το πρώτο στάδιο της αυθόρμητης συνάθροισης και συγκρότησης σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά τη δεκαετία του εξήντα επιτυγχάνεται υπό την πίεση των άμεσων βιοτικών και κοινωνικών αναγκών των Ελλήνων, όπως η στέγη, η εργασία, η επικοινωνία με το περιβάλλον, η εκπαίδευση κ.λπ. και υπό την απειλή της αφομοιωτικής πολιτικής των σουηδικών αρχών. Λόγω της δικτατορίας στην Ελλάδα, η συγκρότηση της νέας συλλογικότητας και η ανάδυσή της στο προσκήνιο προσέλαβε έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά που ενσωματώθηκαν στη μετέπειτα φυσιογνωμία της.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


1960


Μεταναστευση στη Σουηδια.

Πρώτα μέτρα προσαρμογής.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 δεν υπήρχε επίσημη πολιτική για τη μετανάστευση στη Σουηδία, ούτε κάποια ειδικά μέτρα της κυβέρνησης που στόχευαν στους μετανάστες για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωσή τους στην σουηδική κοινωνία. Κατά την διάρκεια του ΄60 οι δυσκολίες επαφής με τους μετανάστες έγιναν αντικείμενο τόσο του κράτους -σε μορφή κοινοβουλίου και κυβέρνησης-όσο και διαφόρων φορέων σε ορισμένους δήμους όπου υπήρχαν υπαρκτά προβλήματα με τους μετανάστες. 

Σαν τέτοια, μπορεί να χαρακτηρισθεί η διαπίστωση εργατικών σωματείων ότι οι μετανάστες δεν συνδικαλίζονταν , η δυσκολία έκφρασης στη σουηδική γλώσσα.

Σε εθνικό επίπεδο εντοπίσθηκαν τα προβλήματα μεταναστών σε προβλήματα προσαρμογής. Αιτίες του προβλήματος είχαν εντοπισθεί, στην έλλειψη στη στέγαση, την εκπαίδευση και την κοινωνική μέριμνα. Ήταν σαφές ότι υπήρχε κενό που έπρεπε να καλυφθεί. Δεν ήταν όμως σαφές πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, τι θα έπρεπε να οργανωθεί και ποιός θα το κάνει.

Η πρώτη δημόσια χρηματοδότηση που έλαβε χώρα ήταν στην διδασκαλία της σουηδικής γλώσσας. Στα μέσα του 1960 άρχισαν κύκλοι εκμάθησης της σουηδικής για μετανάστες. Αυτό οργανώθηκε από συνδικάτα εκπαίδευσης με παραγγελία από το κράτος. Δεν πρόκειται για νέες οργανώσεις αλλά για παλιούς οργανισμούς που αποικίσθηκαν από νέους τομείς ή εκμεταλλεύτηκαν νέους πόρους. Η διδασκαλία γλώσσας δεν ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Η έλλειψη πληροφόρησης, ανάγκες σε διερμηνέα, κοινωνικές δραστηριότητες καθώς και υποστήριξη στις μεταναστευτικές οργανώσεις ήταν μερικές άλλες περιοχές που άρχισαν να οργανώνονται. Την κύρια ευθύνη είχε το κράτος. 


Κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών. 


Τα κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών άρχισαν να δημιουργούνται σε δήμους της Σουηδίας από το δεύτερο μισό του ΄60 για να αντιμετωπίσουν τις "ανάγκες" των μεταναστών στη σουηδική κοινωνία. Ένα είδος κρατικής υπηρεσίας για να αντιμετωπίσει την μετανάστευση στη Σουηδία υπήρχε υπό διάφορες συνθήκες , ήδη από το 1940. Εκτός από κρατικές υπηρεσίες διάφορες εθελοντικές ενώσεις , θρησκευτικές κοινότητες και εθνικές ( μεταναστευτικές) ομάδες δραστηριοποιούνται στην υποδοχή και εισαγωγή -βοήθεια, πληροφορίες - νεοαφιχθέντων μεταναστών και προσφύγων.

Τα κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών είναι οι πρώτοι δημόσιοι φορείς σε τοπικό επίπεδο στους οποίους ανατέθηκε να εργασθούν για την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών.


Παναγιώτης Καλογιάννης 01-Aug-2010


1962


Ίδρυση της Ελληνικής Κοινότητας Στοκχόλμης


1964


Ίδρυση της πρώτης μας εκκλησίας στη Στοκχόλμη


Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία από τότε πριν γίνει νέα επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με περισσότερες υπογραφές, γιατί εν τω μεταξύ ήρθαν αρκετοί Έλληνες στο Södertälje για να εργαστούν στην Scania – αρκετοί απ’ αυτούς προέρχονταν από τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκτός των προαναφερόμενων πρωτοστάτησαν στην καινούργια προσπάθεια οι Αλέξανδρος Φράγκος, Ευτυχία Φράγκου, οι οικογένειες Δ. Νταλιάνη, Δ. Μεράκου, Γ. Γεωργιάδη, Σ. Κουμή, Π. Αντωνοπούλου, Α. Τσελέπη, Ι. Χρύσανθου, Γ. Κολοκυθά, κ.α.


Το 1964 μας επισκέφθηκε ο Αθηναγόρας, διάδοχος του Αθηναγόρα (Καβαδά), από το Λονδίνο και ίδρυσε στη Στοκχόλμη την πρώτη μας εκκλησία βαφτίζοντάς την «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος», προς τιμήν του Πολιούχου της Πάτμου, μιας και η γενέτειρά του ήταν η Πάτμος. Στην αρχή εκκλησιαζόμασταν στο παρεκκλήσι του Αγίου Ιακώβου στο Kungsträdgården, με πρώτο ιερέα τον αρχιμανδρίτη πάτερ Νικόλαο. Μετά από ένα διάστημα μεταφερθήκαμε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Ιερού Ναού της Μαρίας Μαγδαληνής. Τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο επισκέφθηκαν κατά καιρούς οι Αρχιερείς Ιάκωβος της Βόρειας Αμερικής, ο Μελίτων, ο Χαλκιδώνος, ο Εθνάρχης και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, κ.α. Ο πρώτος μας μητροπολίτης ήταν για ένα μικρό διάστημα ο Αθηναγόρας. Ο δεύτερος ήταν ο μητροπολίτης Πολύευκτος. Ο τρίτος ήταν ο μητροπολίτης Παύλος, ο οποίος ενθρονίστηκε στο παρεκκλήσι της Μαρίας Μαγδαληνής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος είναι και σήμερα ο Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας.


Θεόφιλος Εμμ. Τσάππος


Εξετάζοντας τους λόγους ίδρυσης της πρώτης ελληνορθόδοξης ενορίας, διαπιστώνουμε ότι αυτοί αφορούσαν καταρχήν σε πρακτικά θρησκευτικά καθήκοντα. Οι πρώτοι ελληνορθόδοξοι μετανάστες της Σουηδίας, για την εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων τους, όπως γάμων, βαπτίσεων, κηδειών κ.λπ. ήταν αναγκασμένοι να απευθύνονται σε ιερείς που συχνά δεν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και είχαν προβλήματα επικοινωνίας. Τα προβλήματα αυτά μαζί με τα προβλήματα αγωγής των παιδιών τους αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους ίδρυσης της πρώτης ελληνορθόδοξης ενορίας στη Στοκχόλμης.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"




1965



H πληθυσμιακή εξέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία


Παρατηρώντας την πληθυσμιακή εξέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία, διαπιστώνουμε ότι μέχρι και τη δεκαετία του εξήντα ο αριθμός τους ήταν ασήμαντος. Το 1965 οι Έλληνες έφθασαν στα 3.945 άτομα, αριθμός που μας επιτρέπει πλέον να μιλάμε για ελληνική μεταναστευτική κοινότητα (SOU 1967:18, tabell 10.1, s169).


Το πρώτο μεγάλο κύμα Ελλήνων οικονομικών μεταναστών έφθασε στη χώρα στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήρθαν προσκαλεσμένοι για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, είτε απευθείας από τους εργοδότες, είτε μέσω συγγενικών ή φιλικών προσώπων που μεσολαβούσαν και εγγυούνταν στους εργοδότες ότι πρόκειται για υγιή και εργατικά άτομα. Σε μερικές περιπτώσεις οι εργοδότες στρατολόγησαν εργατικά χέρια απευθείας από την Ελλάδα μαζικά, αλλά όσοι από αυτούς συνέβη να κριθούν ακατάλληλοι εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Μια άλλη ομάδα Ελλήνων μεταναστών ήρθαν μέσω Δυτικής Γερμανίας, όπου είχαν προσκληθεί για εργασία, αλλά λόγω μιας πρόσκαιρης οικονομικής κρίσης εκεί, προωθήθηκαν στη Σουηδία. Η εξεύρεση εργασίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα ήταν εύκολη. Οι περισσότεροι έπιαναν δουλειά εντός μιας βδομάδας από την είσοδό τους στη χώρα, κυρίως στη βιομηχανία ξύλου και μετάλλου της Småland. Μετά το 1965 τα πράγματα δυσκόλεψαν λίγο, αφού οι μετανάστες υπερκάλυψαν τις θέσεις εργασίας και λήφθηκαν περιοριστικά μέτρα για τη μετανάστευση.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου <Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ>


Οι έλληνες του Μπουρός δημιούργησαν την ελληνική κοινότητα...


Οι έλληνες ήρθαν στο Μπουρός σαν οικονομικοί εργάτες, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μια περίοδο που η ελλάδα συνέχιζε να αιμορραγεί από τη μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό. Πολλοί απο αυτούς ήρθαν και αργότερα, στην εφταετία της χούντας 1967- 74, και ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Η πλειοψηφία των ελλήνων του Μπουρός προερχόταν από την κεντρική Ελλάδα και μέχρι σήμερα αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνισμού της πόλης.


Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 η σουηδική βιομηχανία και η οικονομία της χώρας ήταν στο αποκορύφωμα τους. Οι έλληνες εδώ εργαζόνταν στα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής ρούχων ,επεξεργασίας και βαφής υφασμάτων, αφού το Μπουρός ήταν το κέντρο παραγωγής ρούχων σ όλη τη Σουηδία. Σύμφωνα με την ιστορία της πόλης το Μπουρός ήταν από το 1600, το κέντρο των πλανόδιων εμπόρων όλης της Σουηδίας, και ονομάζονταν πόλη των πλανόδιων/πραματευτών Κνάλλεσταντ "Κnallestad".


Η ανάγκη να συναντιούνται για να μιλούν τη γλώσσα τους, για ανταλλαγή απόψεων και συζήτηση για κοινά μεταναστευτικά θέματα που άμεσα απασχολούσαν τους έλληνες εκείνα τα χρόνια, τους οδήγησαν από πολύ νωρίς στη δημιουργία των κοινοτήτων.


Οι έλληνες του Μπουρός δημιούργησαν την ελληνική κοινότητα στα μέσα του 1960 και η κοινότητα αυτή ήταν και μια από τις πρώτες ιδρυτικές της ομοσπονδίας συλλόγων και κοινοτήτων στην Σουηδία. Θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως η διδασκαλία μητρικής γλώσσας,η ορθόδοξη πίστη και γενικά η πολιτιστική ταυτότητα, ήταν ζωτικής σημασίας και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και σήμερα. Οι κοινότητες και η ομοσπονδία συζητούσαν και αγωνιζόταν για ζωτικά θέματα, όπως η στρατολογία, η παλιννόστηση, απαλλαγή δασμών για οικοσκευές και αυτοκίνητα, ασφαλιστικά, την αναγνώριση πτυχίων, συνταξιοδοτικά και απαλλαγή φόρου για αγορές ακινήτων με ξένο συνάλλαγμα.


Απόσπασμα απο την ιστοσελίδα της κοινότητας του Μπουρός.


1966


Μεταναστευση στη Σουηδια.


Σε κρατικό επίπεδο εργάζονταν μια ομάδα για τα προβλήματα μεταναστών που ιδρύθηκε το 1966. Τα καθήκοντα της ομάδας αυτής ήταν περισσότερο γενικά, να εντοπίσει κοινωνικά, πολιτιστικά και άλλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι μετανάστες στη Σουηδία, καθώς και να ερευνήσουν τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για να διευκολυνθεί η προσαρμογή. Αντίθετα ήταν σε δημοτικό επίπεδο, η επαφή μεταξύ μεταναστών και κρατικών υπηρεσιών και άλλων οργανισμών που η ανάγκη κάποιας μορφής οργάνωσης ήταν ξεκάθαρη.


Αρχικά προσλήφθηκαν εργαζόμενοι από τις γειτονικές χώρες, κύρια από Φινλανδία αλλά και από Γερμανία, Αυστρία. Στα μέσα του 1960 άρχισαν όλο και περισσότερες επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν από τη Νότια Ευρώπη, κύρια την Γιουγκοσλαβία. Σαν αιτία μπορεί να θεωρηθεί η καλυτέρευση της οικονομικής ζωής στη Φινλανδία, πράγμα που ανάγκασε τις σουηδικές επιχειρήσεις να στραφούν σε άλλες χώρες προς αναζήτηση εργατικού δυναμικού. 

Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής ο εξωτερικός έλεγχος της μετανάστευσης ήταν σχετικά χαλαρός. Οι αλλοδαποί που εισέρχονταν στη χώρα για εξασφάλιση εργασίας ελέγχονταν με διάφορες μορφές παροχής άδειας.

Άδεια εγκατάστασης εγκρινόταν για μη Σκανδιναβούς χρονικής διάρκειας μεγαλύτερης των τριών μηνών. Η άδεια αυτή, παραμονής, ήταν χρονικά περιορισμένη. Για να έχει τη δυνατότητα παραμονής στη χώρα απαιτούνταν άδεια παραμονής. Αυτό προϋπόθετε εξασφάλιση εργασίας πρώτα. Οι σουηδικές αρχές  ήταν αρκετά αυστηρές στην έκδοση άδειας παραμονής πριν το 1968. Για άτομα με άδεια παραμονής απαιτούνταν άδεια εργασίας εάν ήθελε να εργασθεί. Η άδεια εργασίας ήταν χρονικά περιορισμένη. Στην άδεια αναφερόταν το είδος της εργασίας που ο κάτοχος μπορούσε να ασκήσει. Στο διάστημα 1954 -1966 άλλαξε ο χαρακτήρας της άδειας αυτής. Το 1954 ίσχυε η άδεια σαν είδος ρυθμιστή για εξασφάλιση θέσεων εργασίας στους αυτόχθονες. Το 1966 το βάρος δόθηκε για να μπορεί η ξενική εργατική δύναμη να οδηγηθεί εκεί που ήταν περισσότερο απαραίτητη. 



Περιορισμός μετανάστευσης το 1966. 


Στα μισά του 1960 η σουηδική βιομηχανία προέβλεψε ότι η άνθησή της θα συνεχίσει οδηγώντας σε έλλειψη εργατικού δυναμικού. Οι επιχειρήσεις συνέχισαν να προσλαμβάνουν εργαζόμενους από το εξωτερικό. Την ίδια περίοδο άρχισε να αναδύεται μια αντίσταση ενάντια στις προσλήψεις αυτές. Τα εργατικά συνδικάτα ήταν ανάμεσα σ αυτούς που διαμαρτύρονταν. Πίστευαν ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να στραφούν στην εσωτερική εργατική δύναμη, όπως στον γυναικείο πληθυσμό, τους μεγάλους και τους ανάπηρους. Επιχειρηματολόγησαν ακόμη ότι υπήρχε κίνδυνος για τους αλλοδαπούς να βρεθούν σε κοινωνικό αποκλεισμό και να δημιουργηθεί μια καινούργια υποκατηγορία (underklass) στη Σουηδία. Η κριτική αυτή οδήγησε σε διαπραγματεύσεις μεταξύ υπουργείου εσωτερικών, επιτροπή αγοράς εργασίας(AMS), συνδικαλιστική ομοσπονδία (LO) και ένωση εργοδοτών (SAF) που άρχισαν το 1965.

Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν να επιβληθεί περιορισμός στην μετανάστευση από τον Γενάρη 1966. Ήταν δύσκολο για κατοίκους έξω από τις Σκανδιναβικές χώρες να ζητήσουν άδεια επί τόπου. Η ρύθμιση μετανάστευσης σημαίνει ότι άδεια εργασίας και κατοικίας πρέπει να είναι εξασφαλισμένα πριν την είσοδο στη χώρα. Αν και η αυθόρμητη μετανάστευση, για μη Σκανδιναβικές χώρες, απαγορεύθηκε το 1966 δεν σταμάτησε αμέσως η εισροή μεταναστών. Οι αιτήσεις για εξεύρεση εργασίας από τις γειτονικές χώρες δεν περιλαμβάνονταν στην ρύθμιση. Επιπλέον συνέχισαν αρκετοί αλλοδαποί να έρχονται χωρίς βίζα στη Σουηδία και να αιτούνται άδειας επί τόπου. Επίσης υπηρεσίες όπως επιτροπή αγοράς εργασίας (AMS), εργατικά σωματεία, δεν εφάρμοζαν με αυστηρότητα την απαγόρευση με αποτέλεσμα να μην περιορισθεί η μετανάστευση αρκετά. 


Παναγιώτης Καλογιάννης 01-Aug-2010



Kατάσταση των πρώτων Ελλήνων μεταναστών


Μία γλαφυρή εικόνα της κατάστασης των πρώτων Ελλήνων μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη Σουηδία μας δίνει η παρακάτω περιγραφή του δημοσιογράφου Κώστα Σταματίου που επισκέφτηκε την περιοχή της Småland το1966:


«Είχα πρωτοπάει στη Σουηδία το Φλεβάρη του 1966. Τότε μια πρόσκαιρη οικονομική κρίση στη Δυτική Γερμανία κι η φήμη για μεγαλύτερα οφέλη είχανε σπρώξει τρεις - τέσσερις χιλιάδες Έλληνες μετανάστες να πάνε κατά τα χιόνια του Βορρά. Απροετοίμαστοι να τους υποδεχτούν – μολονότι άρχιζαν την πολιτική της προσφυγής στα ξένα εργατικά χέρια – οι συστηματικοί Σουηδοί τα ’χαν χαμένα. Τους στέγασαν όπως – όπως σε κάτι κλειστά καλοκαιριάτικα ξενοδοχεία των νησιών του αρχιπελάγους και βάλθηκαν να τους τοποθετούν σιγά – σιγά σε φάμπρικες της Σμόλαντ του σουηδικού Νότου. Όμως τα προβλήματα ήταν τεράστια. Οι μετανάστες δεν μιλούσαν παρά τα περίπου ελληνικά του μακεδονικού χωριού τους, σουηδομαθείς διερμηνείς δεν υπήρχαν, η νομοθεσία για την κατάσταση του ξένου εργάτη στη χώρα ήταν αδιαμόρφωτη. Μας κάλεσαν λοιπόν, το συνάδελφο Γιώργο Αναστασόπουλο κι εμένα, να δούμε την κατάσταση, να γράψουμε, για να μην πηγαίνουν αθρόα οι Έλληνες απροετοίμαστοι, για να μην ταλαιπωρούνται αναίτια. Μας πήγανε παντού. Σε πολιτείες, σε φάμπρικες μέσα σε δάση, σε γωνιές θαμμένες κάτω από το απέραντο χιόνι, κι είδαμε ελληνικές οικογένειες σκόρπιες, ξεκομμένες σαν ζαλισμένα πρόβατα, στο έλεος του αγαθού ή εκμεταλλευτή διερμηνέα, δίχως σχολεία, δίχως εκκλησίες, αγνοημένες απ’ το Ελληνικό Κράτος που, επίσημα, ήξερε απλώς πως είχαν φύγει, μ’ ένα τουριστικό διαβατήριο στην τσέπη, για κάπου στο εξωτερικό» (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 3/11/1975).


Αυτό το ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό που αποτελούσε το πρώτο κύμα Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία απορροφήθηκε γρήγορα στη βιομηχανία ξύλου και μετάλλου. Το 1966, το 72% των Ελλήνων μεταναστών (σε σύνολο 5.532 εργαζομένων) απασχολούνταν σε κατασκευαστικές εργασίες και στην καθαριότητα, ενώ το 31% σε άλλες υπηρεσίες (SOU 1974:18, tabell 6, s264). Περίπου τα ίδια ποσοστά απασχόλησης κατά κλάδο διατηρήθηκαν μέχρι και το 1971 (SOU 1971:51, tabell 2.16, s.35).



Ίδρυση της ελληνορθόδοξης ενορίας του Malmö


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"



Ίδρυση των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων της Στοκχόλμης


Είναι βέβαιο ότι ο τοκετός, ή ακριβέστερα η εμπειρία του τοκετού, συνοδεύει το νέο οργανισμό σε όλη του τη ζωή. Το επώδυνο ή το ανώδυνο του τοκετού αποτελεί ένα μέρος της εμπειρίας ζωής του νεότευκτου οργανισμού, γεγονός που μερικές φορές γίνεται συνείδηση, αλλά, κατά το πλείστον, παραμένει στο υποσυνείδητο. Εάν αποδεχτούμε ότι η πραγματικότητα αυτή έχει ισχύ και στο συλλογικό επίπεδο, στη συλλογική δραστηριότητα, η οποία εν προκειμένω είναι η εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, είναι αναγκαίο να αναφερθούμε για λίγο στο χρονικό της ίδρυσης των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων από τους Έλληνες της Στοκχόλμης, με διαφορά λίγων μηνών, το χειμώνα του 1966 - 1967, το σχολείο του Σουηδοελληνικού Συλλόγου και το σχολείο της Ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.


Σχηματική Παράσταση της Εξέλιξης 1967-1977



Η παράλληλη ίδρυση των δύο σχολείων αποτύπωνε σε μικρογραφία δύο μεγάλες εκπαιδευτικές παραδόσεις της Ελληνικής Διασποράς, οι οποίες έχουν ως κοινή την αντίληψη των απανταχού Ελλήνων μεταναστών, σύμφωνα με την οποία πετυχημένοι Έλληνες μετανάστες θεωρούνται αυτοί που αντιμετώπισαν επιτυχώς το εκπαιδευτικό τους πρόβλημα. Η εκπαιδευτική αντίληψη η οποία αποτυπώθηκε στην ίδρυση του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου εξέφραζε τις παραδόσεις των κοινοτικών αστικών σχολείων των Ελλήνων της Διασποράς και τις ανοιχτές διαθέσεις και προοπτικές του οργανωμένου μέρους των Ελλήνων για ένταξη στην κοινωνία υποδοχής. Η εκπαιδευτική αντίληψη της Ενορίας εξέφραζε πιστότερα την παραδοσιακή ελληνική μεταναστευτική παράδοση που αποδέχεται το διακριτικό ιδεολογικό έλεγχο της δραστηριότητας από την εκκλησία και το εν γένει νεοελληνικό κράτος.


Οι δύο αυτές διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις επρόκειτο να βάλουν τη σφραγίδα τους στην εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, πότε συγκρουόμενες, πότε διάγοντας βίο παράλληλο και πότε συγκλίνοντας σε μία συνθετική αντίληψη των εκπαιδευτικών πραγμάτων, χάνοντας στο τέλος πιθανόν και οι δύο τις αρχικές προοπτικές που ξάνοιγαν. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος, αναζητώντας στηρίγματα στο σουηδικό κράτος (αναγνώριση της δραστηριότητας, παραχώρηση αιθουσών και οικονομικές επιχορηγήσεις), έχασε νωρίς τον έλεγχο του σαββατιάτικου σχολείου του που πέρασε σύντομα στα χέρια των σουηδικών σχολικών αρχών και μετεξελίχτηκε σε πολιτιστική δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, η οποία σταμάτησε οριστικά το 1986. Ο Σύλλογος και οι γονείς που συμμερίζονταν τις ίδιες εκπαιδευτικές αντιλήψεις, μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων και Κοινοτήτων Σουηδίας (Ο.Ε.Σ.Κ.Σ.), έριξαν όλο το βάρος και το ενδιαφέρον τους στην καθιέρωση και την ανάπτυξη της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στο σουηδικό σχολείο.


Από την άλλη πλευρά, η εκπαιδευτική δραστηριότητα της ενορίας του Αγίου Ιωάννη είχε μεγάλη ανταπόκριση στους γονείς, αλλά δεν μετεξελίχτηκε ούτε σε κοινοτικό ούτε σε εκκλησιαστικό σχολικό δίκτυο. Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, περνώντας σκληρές δοκιμασίες αναγνώρισης, οι δραστηριότητες αυτές τέθηκαν υπό τον έλεγχο των ιδρυόμενων συλλόγων Ελλήνων γονέων και κηδεμόνων, οι οποίοι με τη σειρά τους αναζητώντας ισχυρότερα στηρίγματα αναγνώρισης έκλιναν αποφασιστικά προς τις ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής είναι το άτυπο εκπαιδευτικό δίκτυο που συνιστούν τα ελληνικά σχολεία ελεύθερου χρόνου, όπου διδάσκεται η Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμός.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"



Ίδρυση του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1966, λίγους μήνες νωρίτερα από το σαββατιάτικο σχολείο της Ελληνορθόδοξης ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος πολύ σύντομα επεδίωξε τη συνεργασία με τις σουηδικές αρχές με στόχο να αποκτήσει πρόσβαση σε υποδομές, οικονομικούς πόρους και σχολικές υπηρεσίες και με τον τρόπο αυτόν να βελτιώσει τις προσφερόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και να απορροφήσει την παράλληλη δραστηριότητα της Ενορίας.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Το 1966 οι εγκατεστημένοι στη Στοκχόλμη έλληνες ανέρχονται σε 1.366. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα παιδιά είναι ένα από τα κυριότερα προβλήματα που οι "πρώτοι" αυτοί έλληνες αντιμετωπίζουν.


Το Σχολείο Ελεύθερου Χρόνου, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Συλλόγου Στοκχόλμης, στηρίχθηκε ηθικά και οικονομικά από το μαζικό κίνημα της Σουηδίας. Αναδείχθηκε σε κύριο πρόβλημα. Η συμβολή της ομ)νδίας στην διατήρηση της αυτονομίας του ήταν ουσιαστική. Το ενδιαφέρον που έδειξε -η ομ)νδία-για το σχολείο, έγινε κυματοθραύστης κάθε προσπάθειας διάσπασής του ή υπαγωγής του σε σκοταδιστικούς κύκλους. 


Παναγιώτης Καλογιάννης



Οι πρώτες κρατήσεις διαβατηρίων.


Την Δευτέρα στις 12 Σεπτέμβρη 1966, έβρεχε. Οι κάτοικοι Στοκχόλμης είδαν μια εκδήλωση διαμαρτυρίας, που δεν είχε σκοπό την συμπαράσταση στον αγωνιζόμενο λαό του Βιετνάμ. Έβλεπαν 300 άτομα που κρατώντας πανό και πλακάτ πορεύονταν φωνάζοντας συνθήματα για δημοκρατία, ελευθερία, 114, από το Folket Hus προς την Ελληνική Πρεσβεία Στοκχόλμης. Ήταν εκδήλωση συμπαράστασης για τον Κωνσταντινίδη, που του αφαιρέθηκε το διαβατήριό του στην Ελλάδα. Αρκετοί έλληνες ήρθαν από τη Νότια Σουηδία, να διαμαρτυρηθούν για την αστυνόμευση, παρακολούθηση, εκβιασμό των ελλήνων μεταναστών. Αρκετές και οι απειλές τόσο στην Όλγα, γυναίκα του Κωνσταντινίδη όσο και σε άλλους να μην συμμετάσχουν σε εκδήλωση διαμαρτυρίας, γιατί η ζωή τους θα γίνει κόλαση και θα το πληρώσουν ακριβά στο μέλλον.


Η Όλγα, τα τρία μικρά παιδιά της και μέλος της επιτροπής βοήθειας στα σκαλιά της πρεσβείας. Φωτο Dagens Nyheter


Την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 1966, σε παρόμοια εκδήλωση συγκεντρώθηκαν λιγότεροι. Οι απειλές και οι εκβιασμοί λειτούργησαν. Βρήκαν την πόρτα της πρεσβείας κλειστή, δεν άνοιγε και δεν έδωσαν το ψήφισμα διαμαρτυρίας. Κάθισαν στα σκαλιά και περίμεναν, η γυναίκα, τα τρία μικρά παιδιά του Κωνσταντινίδη, και μέλος της επιτροπής συμπαράστασης. Εδώ είναι ελληνικό έδαφος είπαν και θα καθίσουμε μέχρι να έρθει ο πρεσβευτής. Οι αστυνομικοί εκπλαγήκανε όταν ο εξάχρονος γιός μοίρασε καραμέλες χωρίς διακρίσεις σε όλους. Σύντομα οι αστυνομικοί κατάλαβαν ότι τα σκαλιά δεν αποτελούν ελληνικό έδαφος και έπρεπε να απομακρυνθούν. 


Παναγιώτης Καλογιάννης


1967


Δικτατορία στην Ελλάδα. Πολιτικοί πρόσφυγες απο την χώρα μας στην Σουηδία


Οι έλληνες που εργάζονται στη Σουηδία, και έχουν εκφρασθεί με "ακατάλληλες" εκφράσεις και πολιτικές απόψεις διαφορετικές από αυτές των ελληνικών κυβερνήσεων, πρέπει να αποφεύγουν να επισκέπτονται την πατρίδα τους, εάν δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν απαγόρευση εξόδου από την Ελλάδα, και να αναγκαστούν να ζήσουν χωριστά από τις οικογένειές τους στη Σουηδία.


Αυτή, ήταν περίπου η απάντηση που έδωσε ο σουηδός υπουργός των εξωτερικών Torsten Nilsson, σε πενταμελή επιτροπή που τον συνάντησε την Τρίτη 7 Φλεβάρη 1967. Αφορμή για την συνάντηση ήταν η απαγόρευση εξόδου από την Ελλάδα -από τον Ιούλη του 66- σε έλληνα μετανάστη, εργαζόμενου σε εργοστάσιο ξυλείας στο Skillingaryd της νότιας Σουηδίας, που τον προηγούμενο χρόνο είχε επισκεφθεί την πατρίδα του.

Η περίπτωση είναι ιδιάζουσα για τη Σουηδία, χώρα όπου η ελευθερία έκφρασης δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά δικαίωμα όλων των πολιτών. Έγινε πολλές φορές πρωτοσέλιδο σε ημερήσιες εφημερίδες.


Η επιτροπή, τόνισε στον υπουργό ότι πράκτορες της ελληνικής κυβέρνησης τρομοκρατούν και καταγράφουν, όποιον έχει διαφορετικές απόψεις από αυτές της ελληνικής κυβέρνησης. Όχι μόνο οι κομμουνιστές αλλά σοσιαλδημοκράτες ακόμα και φιλελεύθεροι θεωρούνται εχθροί και επικίνδυνοι για την χώρα. Ο Υπουργός τόνισε ότι, η Ελλάδα δεν έχει υπογράψει την συνθήκη των Η.Ε για τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρθρο 13 παράγραφο 2 που ο πολίτης έχει το δικαίωμα να επιστρέψει στην χώρα διαμονής του. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να επέμβει. Η επιτροπή τόνισε ότι η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε πολύ περισσότερο από την φασιστική κυβέρνηση της Ισπανίας στον έλεγχο πολιτικών απόψεων μεταξύ των μεταναστών.


Ακόμη 362 έλληνες από διάφορες χώρες της Δ. Ευρώπης -κύρια από τη Δ. Γερμανία- κρατούνται στην Ελλάδα και δεν μπορούν να ενωθούν με τις οικογένειές τους. Οι συνάδελφοι του Κωνσταντινίδη στο εργοστάσιο, άνοιξαν τραπεζιτικό λογαριασμό προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα του να ζήση τα τρία παιδιά της.


Ο Κωνσταντινίδης γνώριζε τους πληροφοριοδότες. Δε ντους κατονόμασε στην συνέντευξή του την Κυριακή 26 Φλεβάρη του 1967, γιατί δεν μπορούσε να παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις. Έγιναν όμως γνωστοί και ήταν δακτυλοδεικτούμενοι.


Οι διαμαρτυρίες αυτές, συσπείρωσαν τους έλληνες μετανάστες. Τους προβλημάτισαν, γιατί σκέψεις, παρατηρήσεις που στη Σουηδία, χώρα με πλήρη ελευθερία έκφρασης, περνούν απαρατήρητες, στην Ελλάδα προκαλούν οικογενειακά δράματα. Τι θα πρέπει να κάνουν; Ποιά κατεύθυνση να ακολουθήσουν; Το δίλημμα απαντήθηκε γρήγορα, όταν λίγους μήνες αργότερα στη συντριπτική τους πλειοψηφία πλαισίωσαν τις αντιδικτατορικές επιτροπές, με κάθε τρόπο έδειχναν την συμπαράστασή τους, και σε όλη τη Σκανδιναβία διαδήλωναν για την επαναφορά της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Την προδοσία πολλοί αγάπησαν τους προδότες κανείς. Γι αυτό, όταν με καθοδηγητικά κέντρα πρεσβεία/ προξενεία, και χρήματα του ελληνικού λαού προσπάθησαν να ιδρύσουν τους φασιστικούς τους συλλόγους "Hellas" απομονώθηκαν από το σύνολο των μεταναστών.


Παναγιώτης Καλογιάννης



Μεταναστευση στη Σουηδια.


Το 1967 οι ρυθμίσεις έγιναν αυστηρότερες ώστε οι επιχειρήσεις που ήθελαν να προσλάβουν αλλοδαπούς έπρεπε να το αιτηθούν στην επιτροπή αγοράς εργασίας. Ταυτόχρονα με την αύξηση εξωτερικού ελέγχου αδυνάτισε ο έλεγχος στο εσωτερικό. Εκφράσθηκε με τις καινούργιες κατευθύνσεις για παροχή άδειας εργασίας που η επιτροπή αγοράς εργασίας παρουσίασε το 1967.

Οι αλλαγές σημαίνουν ότι η άδεια εργασίας δίνονταν για μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από προηγούμενα και οι μετανάστες είχαν την διαβεβαίωση ανανέωσης της άδειας άσχετα αν ο ενδιαφερόμενος είχε ή όχι εργασία την περίοδο της ανανέωσης.

  Επιπλέον αιτήσεις αλλαγής επαγγέλματος δεν εξετάζονταν πλέον από την επιτροπή αγοράς εργασίας ή το Συμβούλιο Εργασίας του Νομού, αλλά μπορούσε να το αποφασίσει το τοπικό αστυνομικό τμήμα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι δυναμώθηκε η θέση του αλλοδαπού στην αγορά εργασίας και ουσιαστικά εξασφαλίσθηκε διαρκής άδεια εργασίας.

Η μετανάστευση συνέχισε να αυξάνεται. Έφθασε στα ύψη το 1969 και 1970, όπου 70.000 ήρθαν στη Σουηδία. Ταυτόχρονα μπορεί να ειπωθεί ότι ήταν το τέλος της. Κάτω από δυό δεκαετίες όπου η εισαγωγή εργατικού δυναμικού κυριαρχούσε από το 1950 -70 τριπλασιάσθηκαν οι γεννήσεις στη Σουηδία από 198.000 έφθασαν στις 538.000. Οι Φιλανδοί κυριαρχούσαν σε όλη την περίοδο αυτή, κυρίως τα πρώτα 10-15 χρόνια.

Τη δεκαετία 1960 αυξήθηκε η μετανάστευση από τη Νότια Ευρώπη σημαντικά και κύρια από τη Γιουγκοσλαβία. Οι Γιουγκοσλάβοι ήταν αριθμητικά οι περισσότεροι ανάμεσα στις μειονότητες, μετά τους Φιλανδούς. 


Παναγιώτης Καλογιάννης 



Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


Για να αναγνωριστεί επίσημα από τις σουηδικές σχολικές αρχές, η δραστηριότητα υπήχθη στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης, τον Φεβρουάριο του 1967. Η υπαγωγή του σχολείου στην αρμοδιότητα των σχολικών αρχών γνωστοποιήθηκε με την ακόλουθη ανακοίνωση του συλλόγου :


«Σημαντικό! Η προσπάθεια του συλλόγου να δώσει στα ελληνόπουλα που κατοικούν εδώ τη δυνατότητα να μάθουν την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία, μέσω του σχολείου που λειτουργεί εδώ και τρεις μήνες με έξοδα του συλλόγου και που έχει περισσότερους από 50 μαθητές, αποδείχτηκε επιτυχημένη. Ύστερα από ενεργητικές προσπάθειες του συλλόγου, το σχολείο έχει αναγνωριστεί επίσημα από τη Γενική Δ/νση Σχολείων στη Σουηδία, η οποία έχει, επίσης, αναλάβει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη διδασκαλία. Η διδασκαλία έχει υπαχθεί στη Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης. Αυτό σημαίνει ότι η Διεύθυνση Σχολείων έχει διευθετήσει αίθουσες στο σχολείο Vasa, Karlsbergsvägen 34, στον δεύτερο όροφο. Οι ώρες διδασκαλίας στην Ελληνική γλώσσα θα περαστούν στον έλεγχο των παιδιών. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος με τις ενέργειες αυτές έχει αναδειχτεί σε πρωτοπόρο και στο χώρο αυτό, εφόσον η ελληνική παροικία είναι η πρώτη που κατάφερε να πετύχει αναγνώριση ενός τέτοιου σχολείου από το Σουηδικό Κράτος… Μαθήματα γίνονται κάθε Σάββατο και διαρκούν δύο ώρες. (Svensk grekiska föreningen nr 1/1967).


Ίδρυση του σχολείου της Ελληνορθόδοξης Ενορίας Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος


Στις 4/2/1967, η Ενορία προχώρησε στην υλοποίηση των εκπαιδευτικών σχεδίων της, με την οργάνωση ενός σαββατιάτικου σχολείου . Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας ξεκίνησε να λειτουργεί λίγους μήνες αργότερα από το σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου, από το οποίο κρατήθηκαν αποστάσεις, δίνοντας διαφορετικό προσανατολισμό με σαφείς αναφορές στις εκπαιδευτικές διασπορικές παραδόσεις που το καταστατικό της πρόβλεπε:


«Η Ενορία άρχισε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας για ελληνόπουλα σχολικής ηλικίας, την οποία προγραμμάτιζε εδώ και πολύ καιρό και η οποία είναι κάτι που εμπίπτει στο χώρο των δραστηριοτήτων της και γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ελληνικές ενορίες όλου του κόσμου. [---] Είναι παράλογο και να το σκεφτεί κανείς ότι η ενορία θα αποποιηθεί αυτή την ευθύνη, μία αυτονόητη και φυσική δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή ο σύλλογος, ένας από τις δεκάδες ελληνικούς συλλόγους που υπάρχουν στη Σουηδία, αξιώνει να εκπροσωπεί μόνον αυτός τις δραστηριότητες της παροικίας στη Στοκχόλμη (Αρχείο Ελληνορθόδοξης Ενορίας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Νοέμβριος 1967).


Η σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση των δύο σχολείων προκάλεσε τριβές και καχυποψία ανάμεσα στους δύο φορείς και εξέθεσε το σχολείο της Ενορίας σε μία τρισδιάστατη δοκιμασία αναγνώρισης και νομιμοποίησης. Η μητέρα πατρίδα, το ελληνικό κράτος στο οποίο απευθύνθηκε η Ενορία για να αναγνωρίσει τη δραστηριότητά της ανταποκρίθηκε θετικά και έμπρακτα με την καταρχήν χορήγηση οικονομικού βοηθήματος και την απόσπαση δασκάλων. Το πλεονέκτημα της ελληνικής αναγνώρισης, ωστόσο, σύντομα μετατράπηκε σε μειονέκτημα για την Ενορία, αφού λίγους μήνες μετά από την ίδρυση του σχολείου επιβλήθηκε το καθεστώς της δικτατορίας στην Ελλάδα (21/4/1967). Η αποδοχή οικονομικής βοήθειας, η απασχόληση δασκάλων και η χρήση διδακτικών βιβλίων από την Ελλάδα από τη μια διευκόλυναν την οργάνωση της διδασκαλίας, αλλά από την άλλη πλευρά εξέθεσαν το σχολείο σε περιπετειώδεις διαδικασίες νομιμοποίησης στο κοινωνικό σώμα της ελληνικής παροικίας και στη σουηδική κοινωνία, λόγω ακριβώς αυτών των σχέσεων. Η ανάπτυξη της ενοριακής σχολικής δραστηριότητας άρχισε την εποχή που οι Έλληνες δεν είχαν οργανωθεί ακόμα σε συλλόγους, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως ο Σουηδοελληνικός σύλλογος Στοκχόλμης. Συνεπώς η συσπείρωση των Ελλήνων γονέων γύρω από την εκπαιδευτική δραστηριότητα της Ενορίας αποτέλεσε, συγχρόνως, μία νέα διαδικασία συλλογικής έκφρασης, η οποία ερχόταν σε αντιδιαστολή με την εκπαιδευτική δραστηριότητα του Σουηδοελληνικού συλλόγου. Εμμέσως, πλην σαφώς, ο νέος φορέας αμφισβήτησε το δικαίωμα του Σουηδοελληνικού συλλόγου να ενεργεί και να εκπροσωπεί όλους τους γονείς για εκπαιδευτικά θέματα και διατύπωσε διαφορετική άποψη για τη μορφή οργάνωσης της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Η αμφισβήτηση αυτή προκάλεσε ανταγωνισμό, αντιπαλότητα και διαμάχες . Οι συγκρούσεις δεν περιορίστηκαν σε προσωπικές υποθέσεις, αλλά είχαν βαθύτερες ιδεολογικοπολιτικές αιτίες και προεκτάσεις, με αναφορές σε διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις, φιλοσοφίες και παραδόσεις, στα αστικά και στα εκκλησιαστικά παροικιακά σχολεία. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο εκπαιδευτικές αντιλήψεις που εκπροσωπούσαν αντίστοιχα τα δύο σαββατιάτικα ελληνικά σχολεία της Στοκχόλμης έλαβε χώρα σε μια δύσκολη περίοδο πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα, γεγονός που έφερε το σχολείο της Ενορίας σε απολογητική θέση για τις σχέσεις του με τη χούντα, έναντι των Ελλήνων γονέων, της σουηδικής κοινωνίας και των σουηδικών αρχών. Η κοινωνική αναγνώριση και νομιμοποίηση του σχολείου σε μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων γονέων της Στοκχόλμης συνιστούσε αναμφισβήτητα μία επιτυχία, η οποία οφειλόταν σε σαφείς και οικείες εκπαιδευτικές πρακτικές που ανέδειξαν πάνω από όλα την πρακτική σκοπιμότητα, την ωφέλεια και την εγκυρότητα της διδασκαλίας του σχολείου. Το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας του απέρρεε με φυσικό τρόπο από τις συγκεκριμένες εκπαιδευτικές παραδόσεις που επικαλούνταν και εφάρμοζαν. Οι γονείς συνεπώς που συσπειρώθηκαν στο σχολείο της Ενορίας είχαν κοινές αναφορές που απέρρεαν από παραδόσεις και πρακτικές που αποδείχτηκαν ανθεκτικές και ισχυρότερες από την πολιτική κριτική που ασκήθηκε εναντίον του σχολείου. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Εκπαίδευση και πολιτική είναι, βέβαια, συνυφασμένες έννοιες, υπήρχαν γονείς που κράτησαν απόσταση από το σχολείο της Ενορίας για πολιτικούς λόγους, όπως και γονείς που πλαισίωσαν το σχολείο γιατί είχαν πολιτικές απόψεις συναφείς με την παράδοση που εξέφραζε, αλλά το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής ήταν οι συγκεκριμένες εκπαιδευτικές υπηρεσίες που πρόσφερε το σχολείο. Η τρίτη διάσταση της δοκιμασίας κοινωνικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης του σχολείου αφορούσε το ευρύτερο σουηδικό εκπαιδευτικό και κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, αλλά συνδέθηκε στενά και με την ύπαρξη του έτερου σαββατιάτικου ελληνικού σχολείου Στοκχόλμης. Όπως είδαμε στο κεφ. ΣΤ΄1.1 η υπαγωγή του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου στον έλεγχο της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης είχε ανακοινωθεί ως επίσημη αναγνώρισή του από το σουηδικό κράτος, και προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν αρκετές φορές οι εκπρόσωποι του σχολείου της Ενορίας. Με τη συνεργασία των σουηδικών σχολικών αρχών το ενοριακό σχολείο προσδοκούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα μέσα για την οργάνωση της διδασκαλίας, αίθουσες διδασκαλίας, άδειες αποσπάσεις δασκάλων από την Ελλάδα και οικονομική επιχορήγηση για τα λειτουργικά έξοδα. Οι σουηδικές αρχές έθεσαν πολύ συγκεκριμένους όρους για συνεργασία, όπως διαπιστώνεται από την ακόλουθη μαρτυρία:


«Με την ευκαιρία μπορεί να αναφερθεί ότι στα χρόνια που πέρασαν είχαν γίνει καμιά δεκαριά παραστάσεις στη Διεύθυνση Σχολείων με παρακλήσεις για αίθουσες διδασκαλίας και επιδόματα για τις πληρωμές των δασκάλων για το μέρος της δραστηριότητας που αφορούσε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας. Επειδή η διδασκαλία αυτή γινόταν με φορέα την εκκλησία, η Διεύθυνση Σχολείων πρότεινε να αλλάξει η ονομασία του σχολείου που ήταν Σχολείο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και να τεθεί η δραστηριότητα υπό την επίβλεψη της Διεύθυνσης σχολείων. Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας στο Λονδίνο και ο διάδοχός του Πολύευκτος ήταν της άποψης, να μη γίνει καμία αλλαγή» (Αρχείο Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Σεπτέμβριος 1976: PM angående processen om fullföljande av inköp av fastigheten Idungatan 4).


Η άρνηση της Ενορίας να δεχτεί τους όρους ελέγχου που είχαν διατυπώσει οι δημοτικές σχολικές αρχές είχε ως συνέπεια να μην παραχωρηθούν κατάλληλες σχολικές αίθουσες για τη διδασκαλία. Στα τρία πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το σχολείο αναγκάστηκε να αλλάξει έξι φορές το χώρο διδασκαλίας: • Αίθουσα συναθροίσεων στην ενορία Maria församling • Ένα δωμάτιο σε μισογκρεμισμένο σπίτι στην οδό, Skånegatan 68 • Στην αίθουσα των γραφείων της Ελληνορθόδοξης Ενορίας. • Στο αναγνωστήριο της ενορίας Adolf Fredrik. • Σε αίθουσα του Kursverksamheten/ Stockholms Universitet • Στο σχολείο Sofia.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"




1968


Ελληνισμός Σουηδίας και Α. Παπανδρέου


Στενά δεμένος με τον Ελληνισμό της Σουηδίας και τον αντιδικτατορικό αγώνα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργός, όχι μόνο βρήκε φιλόξενη στέγη στη Σουηδία, μετά την απελευθέρωσή του από το χουντικό καθεστώς, αλλά επέλεξε τη Σουηδία ως έδρα του «Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος» που ίδρυσε το Φεβρουάριο του 1968, για το συντονισμό, μαζί με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις, του αντιδικτατορικού αγώνα.


 Ο στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, τέως υπουργός, Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, στο βιβλίο του «Κρίσιμα χρόνια, αγώνες για τη δημοκρατία, (1936-1996)», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος», αναφερόμενος στην περίοδο εκείνη, σημειώνει:


«Από τις σημαντικότερες σελίδες της αντίστασης του λαού μας ήταν η ίδρυση του ΠΑΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου.


Και μια ακόμη καλύτερη στιγμή, που όμως δεν είχε συνέχεια, ήταν η ιστορική συμφωνία του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Αντώνη Μπριλλάκη, την ΕΔΑ και την αντιστασιακή οργάνωση ΠΑΜ.


«Με την "αμνηστία" που έδωσε ο Παπαδόπουλος πριν από τα Χριστούγεννα του '67 και μετά το φιάσκο του κινήματος του Κωνσταντίνου, απολύθηκαν σχεδόν όλοι οι βουλευτές και τα στελέχη της Ένωσης Κέντρου που είχαν εκτοπισθεί και καταδικασθεί από τα έκτακτα στρατοδικεία της χούντας.


Το εξιτήριο από τις φυλακές Αβέρωφ, μετά την αμνηστία της 23ης Δεκεμβρίου 1967



Απολύθηκε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, που ήταν προφυλακισμένος σε αυστηρή απομόνωση στις φυλακές Αβέρωφ για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ.



Τα ίχνη της ταλαιπωρίας


Με τον Ανδρέα συναντήθηκα επανειλημμένα στο σπίτι του στο Ψυχικό πριν φύγει για το εξωτερικό. Ήσαν καταφανή τα ίχνη της οχτάμηνης ταλαιπωρίας και ιδιαίτερα της περιόδου της απάνθρωπης απομόνωσης στις φυλακές Αβέρωφ. Είχε χάσει πολύ βάρος και η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Όμως το ηθικό του ήταν άριστο. Μου μίλησε για την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας με όλα τα δυνατά μέσα εναντίον του τυραννικού καθεστώτος και δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του για τη στάση της νεολαίας και την αισιοδοξία του για την τελική έκβαση του αγώνα, που τη στήριζε στο γεγονός ότι η χούντα ήταν γενικά απομονωμένη από τον ελληνικό λαό.


Ωστόσο αναγνώριζε τις δυσκολίες που υπήρχαν και κυρίως τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν οι επώνυμοι, οι οποίοι θα βρίσκονταν συνεχώς στο στόχαστρο των υπηρεσιών Ασφαλείας και των χαφιέδων της χούντας. Αυτοί ήσαν οι λόγοι για τους οποίους τελικά πήρε την απόφαση να φύγει για το εξωτερικό, απ' όπου θα μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, παρά αν έμενε στην Ελλάδα.


Αρχικά έμεινε στο Παρίσι, αλλά τελικά προτίμησε να εγκατασταθεί στη σουηδική πρωτεύουσα στην οποία βρήκε θερμή συμπαράσταση στον αγώνα κατά της χούντας από τον πρωθυπουργό της χώρας Τάγκε Ερλάντερ. Ενθαρρυμένος επίσης και από τη συμπαράσταση των ηγετών των εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων των σκανδιναβικών χωρών, αποφάσισε την ίδρυση του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), το οποίο πλαισίωναν αξιόλογες δυνάμεις από το χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς. Στα τέλη Φεβρουαρίου 1968 θα εξαγγείλει την ίδρυση του ΠΑΚ και θα επιλέξει ως έδρα της οργάνωσης τη Στοκχόλμη, στην οποία και θα εγκατασταθεί.


Με τη μητέρα του Σοφία, στο σπίτι τους έξω από τη Στοκχόλμη, Ιούνιος 1968



Το ΠΑΚ δεν απέβλεπε μόνο στην ανατροπή της δικτατορίας με δυναμικά μέσα, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και την αποδέσμευση της χώρας από την ξένη εξάρτηση και την πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών με τελικό στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Η ευθύνη της οργάνωσης είχε αρχικά ανατεθεί στους Γιάννη Αλευρά, Αντώνη Λιβάνη, Τάκη Κατσικόπουλο, Γιώργο Παπαδημητρίου και σε μένα και είχαμε συναντηθεί με διάφορα στελέχη προσκείμενα στον Ανδρέα για να διερευνήσουμε τις δυνατότητες δημιουργίας αντιστασιακών πυρήνων στην Αθήνα και στην επαρχία. Τελικά την ηγεσία του ΠΑΚ εσωτερικού ανέλαβε ο Γιάννης Αλευράς».

 


Οικογενειακές στιγμές στη Στοκχόλμη, 1968



«Απελευθέρωση και λαϊκή κυριαρχία»


Ο Ανδρέας Παπανδρέου λίγο μετά την άφιξή του στο εξωτερικό ανακοινώνει (28-2-1968) στη Στοκχόλμη την ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), με μια ιστορική ομιλία στην αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Μεταναστών, που άλλαξε το πολιτικό σκηνικό.



Το εγχειρίδιο για το Δίκτυο Εσωτερικού


Αργότερα κυκλοφόρησε το «Εγχειρίδιο και το Πολιτικό Δίκτυο Εσωτερικού» του ΠΑΚ, όπου ανάμεσα σε άλλα αναφέρει στον πρόλογο:


«Το ΠΑΚ πιστεύει χωρίς κανένα ενδοιασμό πως ο Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας όχι μόνο αποτελεί τον μοναδικό αντίλογο στον ραγιαδισμό, αλλά είναι ταυτόχρονα ιστορικά εφικτός. Γιατί; Όλοι αποδέχονται πως το σύστημα ελέγχου πάνω στον ελληνικό χώρο είναι επιφανειακό.

 


Η ανάλυση του ΠΑΚ για το χουντικό Σύνταγμα


Η χούντα ­ σαν πράκτορας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ­ δεν κατάφερε να δημιουργήσει λαϊκό έρεισμα, λαϊκή βάση, δεν κατόρθωσε δηλαδή να μεταβληθεί σε γνήσιο ντόπιο φασισμό. Γι' αυτό ο ελληνικός λαός, κάτω από συγκεκριμένες αλλά προσιτές προϋποθέσεις, μπορεί να αναμετρηθεί επιτυχώς με τη χούντα και να καταλάβει την εξουσία ­ με τη συμπαράσταση και των στρατευμένων παιδιών του».


Σκοποί και Οργάνωση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος (Π.Α.Κ.)


Το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα ιδρύθηκε για να αποτελέσει το κέντρο της δημοκρατικής αντιστάσεως στην Ελλάδα. Καθήκον του είναι ο συντονισμός της αντιστάσεως στην Ελλάδα και σκοπός του η ανατροπή της χούντας και η εγκαθίδρυση γνήσιων δημοκρατικών διαδικασιών που θα εγγυώνται την πλήρη και άνευ όρων λαϊκή κυριαρχία θεμελιώμενη σε μια μόνιμη και στερεή βάση. Κατά συνέπειαν αποκλείει απολύτως κάθε αντιδημοκρατική λύση και κάθε είδος κατευθυνόμενης δημοκρατίας του κατεστημένου. Δηλώνει επίσημα ότι θα εργασθεί για μια Ελλάδα δημοκρατική, προοδευτική και εθνικά ελεύθερη - και δεν θα δεχθεί κανένα συμβιβασμό σε καμία φάση της πάλης. Θα αγωνισθεί για την πλήρη δημοκρατική νίκη.


Στοκχόλμη, Νοέμβριος 1968



Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


 Η διδασκαλία ελληνικών, δεν είναι προνόμιο μόνο για τα Ελληνόπουλα της Στοκχόλμης. Διδάσκονται και σε άλλες πόλεις. Είναι ανάγκη να υπάρξει κάποιος συντονισμός και ανταλλαγή εμπειριών ανάμεσα στους δασκάλους. Το σχολείο της Στοκχόλμης παίρνει την προτωβουλία να οργανώσει το πρώτο συνέδριο μεταξύ των ελλήνων της Σουηδίας.


"Προς Έλληνας διδασκάλους των Ελληνικών σχολείων Σουηδίας.

Στοκχόλμη 15 Απριλίου 1968


Αγαπητοί συνάδελφοι. Την Πέμπτη 25/4 στις 9α το πρωι αρχίζουν οι πρωκαταρτικές εργασίες του συνεδρίου εις την Στοκχόλμη. Το συνέδριο θα εξακολουθήση και την Παρασκευή στις 26/4, και θα τελειώσει με γεύμα εις τον Ελληνοσουηδικό σύλλογο..."


Παναγιώτης Καλογιάννης 


Με την απόκτηση του ελέγχου του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου και με την παρέλευση ενός έτους (Φθινόπωρο του 1968), η Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης μετέφερε τη διδασκαλία από το σχολείο Gustav Vasa στο Mariaskolan, όπου προοδευτικά εντάχθηκαν τμήματα και άλλων μεταναστευτικών ομάδων. Η σαββατιάτικη διδασκαλία προσέλκυε όλο και περισσότερα παιδιά από περισσότερες γλωσσικές ομάδες (300 μαθητές με 9 διαφορετικές γλώσσες).


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Ίδρυση της ελληνορθόδοξης ενορίας του Göteborg



1969


Ελληνισμός Σουηδίας και Α. Παπανδρέου


Από σειρά διαλέξεων στα Πανεπιστήμια του Βέρμοντ, ΗΠΑ και Στοκχόλμης,1969


Στην ομιλία αυτή ανέφερε: «... Στόχος μας είναι η εγκαθίδρυση για πρώτη φορά της Λαϊκής Κυριαρχίας στην Ελλάδα. Γιατί στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ δημοκρατικό πολίτευμα που σεβόταν τις λαϊκές δυνάμεις, τη φωνή του λαού. Δεν μπορεί ο χωροφύλακας, ο ασφαλίτης, ο καταδότης να κυβερνά την Ελλάδα. Κάποτε πρέπει ο λαός να αισθανθεί ελεύθερος να εκφράζει τη θέλησή του και αυτός να καθορίσει την τύχη της χώρας του όπως θέλει. Τα κόμματα να κινηθούν ελεύθερα. Σεβασμός στη θέληση του λαού. ... Σήμερα διάλεξα τη Σουηδία για να ανακοινώσω την ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος. Η οργάνωση αυτή έχει μόνο ένα στόχο: Την απελευθέρωση της χώρας μας και θα διαλυθεί όταν η Δημοκρατία ξαναγυρίσει στην Ελλάδα».



Ελληνορθόδοξη Ιερά Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας


Στις 12 Αυγούστου 1969 θεσπίστηκε η ελληνορθόδοξη Ιερά Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας (Νορβηγία, Δανία και Ισλανδία), με έδρα τη Στοκχόλμη υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"





1969-1992


Η συγκρότηση και η εξέλιξή της ελληνικής μεταναστευτικής κοινότητας στη Σουηδία δείχνει ότι επηρεάζεται σοβαρά και από τη σουηδική μεταναστευτική πολιτική. 2η περίοδος


Η δεύτερη περίοδος συμπίπτει με τη σουηδική φιλομεταναστευτική πολιτική (1969-1992), οι επιδράσεις της οποίας αποτυπώνονται στις μορφές οργάνωσης, δράσης και προσανατολισμών της αναδυόμενης ελληνικής συλλογικότητας. Κατά την περίοδο αυτήν, η ελληνική κοινότητα κάνει αισθητή την παρουσία της στο ευρύτερο χώρο, αποκτά πολιτική οντότητα με δυναμικά χαρακτηριστικά και φτάνει στα όρια της ακμής της. Συγχρόνως, παρουσιάζει εμφανή τα σημάδια της διάσπασης και σπαράσσεται μέσα στο διττό προσανατολισμό της: το όνειρο της παλιννόστησης και της εκπλήρωσης των στόχων του επιτυχημένου μετανάστη που επιτάσσουν οι μεταναστευτικές παραδόσεις και τις ανάγκες συντεταγμένης ένταξης στη σύγχρονη σουηδική κοινωνία. Το αποτέλεσμα της συγκρουσιακής αυτής διαδικασίας δεν ήταν τίποτε από τα δύο. Αρκετές παραδοσιακές πρακτικές εγκαταλείφτηκαν και η ένταξη απέτυχε.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"