Grekisk.se / Η ιστορία της παροικίας των Ελλήνων στην Σουηδία


1960-1970


Η συγκρότηση και η εξέλιξή της ελληνικής μεταναστευτικής κοινότητας στη Σουηδία δείχνει ότι επηρεάζεται σοβαρά και από τη σουηδική μεταναστευτική πολιτική. 1η περίοδος


Το πρώτο στάδιο της αυθόρμητης συνάθροισης και συγκρότησης σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά τη δεκαετία του εξήντα επιτυγχάνεται υπό την πίεση των άμεσων βιοτικών και κοινωνικών αναγκών των Ελλήνων, όπως η στέγη, η εργασία, η επικοινωνία με το περιβάλλον, η εκπαίδευση κ.λπ. και υπό την απειλή της αφομοιωτικής πολιτικής των σουηδικών αρχών. Λόγω της δικτατορίας στην Ελλάδα, η συγκρότηση της νέας συλλογικότητας και η ανάδυσή της στο προσκήνιο προσέλαβε έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά που ενσωματώθηκαν στη μετέπειτα φυσιογνωμία της.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


1962


Ίδρυση της Ελληνικής Κοινότητας Στοκχόλμης


1964


Ίδρυση της πρώτης μας εκκλησίας στη Στοκχόλμη


Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία από τότε πριν γίνει νέα επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο με περισσότερες υπογραφές, γιατί εν τω μεταξύ ήρθαν αρκετοί Έλληνες στο Södertälje για να εργαστούν στην Scania – αρκετοί απ’ αυτούς προέρχονταν από τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκτός των προαναφερόμενων πρωτοστάτησαν στην καινούργια προσπάθεια οι Αλέξανδρος Φράγκος, Ευτυχία Φράγκου, οι οικογένειες Δ. Νταλιάνη, Δ. Μεράκου, Γ. Γεωργιάδη, Σ. Κουμή, Π. Αντωνοπούλου, Α. Τσελέπη, Ι. Χρύσανθου, Γ. Κολοκυθά, κ.α.


Το 1964 μας επισκέφθηκε ο Αθηναγόρας, διάδοχος του Αθηναγόρα (Καβαδά), από το Λονδίνο και ίδρυσε στη Στοκχόλμη την πρώτη μας εκκλησία βαφτίζοντάς την «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος», προς τιμήν του Πολιούχου της Πάτμου, μιας και η γενέτειρά του ήταν η Πάτμος. Στην αρχή εκκλησιαζόμασταν στο παρεκκλήσι του Αγίου Ιακώβου στο Kungsträdgården, με πρώτο ιερέα τον αρχιμανδρίτη πάτερ Νικόλαο. Μετά από ένα διάστημα μεταφερθήκαμε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Ιερού Ναού της Μαρίας Μαγδαληνής. Τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο επισκέφθηκαν κατά καιρούς οι Αρχιερείς Ιάκωβος της Βόρειας Αμερικής, ο Μελίτων, ο Χαλκιδώνος, ο Εθνάρχης και Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, κ.α. Ο πρώτος μας μητροπολίτης ήταν για ένα μικρό διάστημα ο Αθηναγόρας. Ο δεύτερος ήταν ο μητροπολίτης Πολύευκτος. Ο τρίτος ήταν ο μητροπολίτης Παύλος, ο οποίος ενθρονίστηκε στο παρεκκλήσι της Μαρίας Μαγδαληνής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος είναι και σήμερα ο Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Σουηδίας και Πάσης Σκανδιναβίας.


Θεόφιλος Εμμ. Τσάππος


Εξετάζοντας τους λόγους ίδρυσης της πρώτης ελληνορθόδοξης ενορίας, διαπιστώνουμε ότι αυτοί αφορούσαν καταρχήν σε πρακτικά θρησκευτικά καθήκοντα. Οι πρώτοι ελληνορθόδοξοι μετανάστες της Σουηδίας, για την εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων τους, όπως γάμων, βαπτίσεων, κηδειών κ.λπ. ήταν αναγκασμένοι να απευθύνονται σε ιερείς που συχνά δεν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και είχαν προβλήματα επικοινωνίας. Τα προβλήματα αυτά μαζί με τα προβλήματα αγωγής των παιδιών τους αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους ίδρυσης της πρώτης ελληνορθόδοξης ενορίας στη Στοκχόλμης.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


1965


H πληθυσμιακή εξέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία


Παρατηρώντας την πληθυσμιακή εξέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία, διαπιστώνουμε ότι μέχρι και τη δεκαετία του εξήντα ο αριθμός τους ήταν ασήμαντος. Το 1965 οι Έλληνες έφθασαν στα 3.945 άτομα, αριθμός που μας επιτρέπει πλέον να μιλάμε για ελληνική μεταναστευτική κοινότητα (SOU 1967:18, tabell 10.1, s169).


Το πρώτο μεγάλο κύμα Ελλήνων οικονομικών μεταναστών έφθασε στη χώρα στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήρθαν προσκαλεσμένοι για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, είτε απευθείας από τους εργοδότες, είτε μέσω συγγενικών ή φιλικών προσώπων που μεσολαβούσαν και εγγυούνταν στους εργοδότες ότι πρόκειται για υγιή και εργατικά άτομα. Σε μερικές περιπτώσεις οι εργοδότες στρατολόγησαν εργατικά χέρια απευθείας από την Ελλάδα μαζικά, αλλά όσοι από αυτούς συνέβη να κριθούν ακατάλληλοι εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Μια άλλη ομάδα Ελλήνων μεταναστών ήρθαν μέσω Δυτικής Γερμανίας, όπου είχαν προσκληθεί για εργασία, αλλά λόγω μιας πρόσκαιρης οικονομικής κρίσης εκεί, προωθήθηκαν στη Σουηδία. Η εξεύρεση εργασίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα ήταν εύκολη. Οι περισσότεροι έπιαναν δουλειά εντός μιας βδομάδας από την είσοδό τους στη χώρα, κυρίως στη βιομηχανία ξύλου και μετάλλου της Småland. Μετά το 1965 τα πράγματα δυσκόλεψαν λίγο, αφού οι μετανάστες υπερκάλυψαν τις θέσεις εργασίας και λήφθηκαν περιοριστικά μέτρα για τη μετανάστευση.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου <Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ>


Οι έλληνες του Μπουρός δημιούργησαν την ελληνική κοινότητα...


Οι έλληνες ήρθαν στο Μπουρός σαν οικονομικοί εργάτες, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μια περίοδο που η ελλάδα συνέχιζε να αιμορραγεί από τη μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό. Πολλοί απο αυτούς ήρθαν και αργότερα, στην εφταετία της χούντας 1967- 74, και ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Η πλειοψηφία των ελλήνων του Μπουρός προερχόταν από την κεντρική Ελλάδα και μέχρι σήμερα αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνισμού της πόλης.


Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 η σουηδική βιομηχανία και η οικονομία της χώρας ήταν στο αποκορύφωμα τους. Οι έλληνες εδώ εργαζόνταν στα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής ρούχων ,επεξεργασίας και βαφής υφασμάτων, αφού το Μπουρός ήταν το κέντρο παραγωγής ρούχων σ όλη τη Σουηδία. Σύμφωνα με την ιστορία της πόλης το Μπουρός ήταν από το 1600, το κέντρο των πλανόδιων εμπόρων όλης της Σουηδίας, και ονομάζονταν πόλη των πλανόδιων/πραματευτών Κνάλλεσταντ "Κnallestad".


Η ανάγκη να συναντιούνται για να μιλούν τη γλώσσα τους, για ανταλλαγή απόψεων και συζήτηση για κοινά μεταναστευτικά θέματα που άμεσα απασχολούσαν τους έλληνες εκείνα τα χρόνια, τους οδήγησαν από πολύ νωρίς στη δημιουργία των κοινοτήτων.


Οι έλληνες του Μπουρός δημιούργησαν την ελληνική κοινότητα στα μέσα του 1960 και η κοινότητα αυτή ήταν και μια από τις πρώτες ιδρυτικές της ομοσπονδίας συλλόγων και κοινοτήτων στην Σουηδία. Θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως η διδασκαλία μητρικής γλώσσας,η ορθόδοξη πίστη και γενικά η πολιτιστική ταυτότητα, ήταν ζωτικής σημασίας και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και σήμερα. Οι κοινότητες και η ομοσπονδία συζητούσαν και αγωνιζόταν για ζωτικά θέματα, όπως η στρατολογία, η παλιννόστηση, απαλλαγή δασμών για οικοσκευές και αυτοκίνητα, ασφαλιστικά, την αναγνώριση πτυχίων, συνταξιοδοτικά και απαλλαγή φόρου για αγορές ακινήτων με ξένο συνάλλαγμα.


Απόσπασμα απο την ιστοσελίδα της κοινότητας του Μπουρός.


1966


Kατάσταση των πρώτων Ελλήνων μεταναστών


Μία γλαφυρή εικόνα της κατάστασης των πρώτων Ελλήνων μεταναστών που εγκαταστάθηκαν στη Σουηδία μας δίνει η παρακάτω περιγραφή του δημοσιογράφου Κώστα Σταματίου που επισκέφτηκε την περιοχή της Småland το1966:


«Είχα πρωτοπάει στη Σουηδία το Φλεβάρη του 1966. Τότε μια πρόσκαιρη οικονομική κρίση στη Δυτική Γερμανία κι η φήμη για μεγαλύτερα οφέλη είχανε σπρώξει τρεις - τέσσερις χιλιάδες Έλληνες μετανάστες να πάνε κατά τα χιόνια του Βορρά. Απροετοίμαστοι να τους υποδεχτούν – μολονότι άρχιζαν την πολιτική της προσφυγής στα ξένα εργατικά χέρια – οι συστηματικοί Σουηδοί τα ’χαν χαμένα. Τους στέγασαν όπως – όπως σε κάτι κλειστά καλοκαιριάτικα ξενοδοχεία των νησιών του αρχιπελάγους και βάλθηκαν να τους τοποθετούν σιγά – σιγά σε φάμπρικες της Σμόλαντ του σουηδικού Νότου. Όμως τα προβλήματα ήταν τεράστια. Οι μετανάστες δεν μιλούσαν παρά τα περίπου ελληνικά του μακεδονικού χωριού τους, σουηδομαθείς διερμηνείς δεν υπήρχαν, η νομοθεσία για την κατάσταση του ξένου εργάτη στη χώρα ήταν αδιαμόρφωτη. Μας κάλεσαν λοιπόν, το συνάδελφο Γιώργο Αναστασόπουλο κι εμένα, να δούμε την κατάσταση, να γράψουμε, για να μην πηγαίνουν αθρόα οι Έλληνες απροετοίμαστοι, για να μην ταλαιπωρούνται αναίτια. Μας πήγανε παντού. Σε πολιτείες, σε φάμπρικες μέσα σε δάση, σε γωνιές θαμμένες κάτω από το απέραντο χιόνι, κι είδαμε ελληνικές οικογένειες σκόρπιες, ξεκομμένες σαν ζαλισμένα πρόβατα, στο έλεος του αγαθού ή εκμεταλλευτή διερμηνέα, δίχως σχολεία, δίχως εκκλησίες, αγνοημένες απ’ το Ελληνικό Κράτος που, επίσημα, ήξερε απλώς πως είχαν φύγει, μ’ ένα τουριστικό διαβατήριο στην τσέπη, για κάπου στο εξωτερικό» (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 3/11/1975).


Αυτό το ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό που αποτελούσε το πρώτο κύμα Ελλήνων μεταναστών στη Σουηδία απορροφήθηκε γρήγορα στη βιομηχανία ξύλου και μετάλλου. Το 1966, το 72% των Ελλήνων μεταναστών (σε σύνολο 5.532 εργαζομένων) απασχολούνταν σε κατασκευαστικές εργασίες και στην καθαριότητα, ενώ το 31% σε άλλες υπηρεσίες (SOU 1974:18, tabell 6, s264). Περίπου τα ίδια ποσοστά απασχόλησης κατά κλάδο διατηρήθηκαν μέχρι και το 1971 (SOU 1971:51, tabell 2.16, s.35).


Ίδρυση της ελληνορθόδοξης ενορίας του Malmö


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Ίδρυση των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων της Στοκχόλμης


Είναι βέβαιο ότι ο τοκετός, ή ακριβέστερα η εμπειρία του τοκετού, συνοδεύει το νέο οργανισμό σε όλη του τη ζωή. Το επώδυνο ή το ανώδυνο του τοκετού αποτελεί ένα μέρος της εμπειρίας ζωής του νεότευκτου οργανισμού, γεγονός που μερικές φορές γίνεται συνείδηση, αλλά, κατά το πλείστον, παραμένει στο υποσυνείδητο. Εάν αποδεχτούμε ότι η πραγματικότητα αυτή έχει ισχύ και στο συλλογικό επίπεδο, στη συλλογική δραστηριότητα, η οποία εν προκειμένω είναι η εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, είναι αναγκαίο να αναφερθούμε για λίγο στο χρονικό της ίδρυσης των δύο πρώτων ελληνικών σχολείων από τους Έλληνες της Στοκχόλμης, με διαφορά λίγων μηνών, το χειμώνα του 1966 - 1967, το σχολείο του Σουηδοελληνικού Συλλόγου και το σχολείο της Ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.


Σχηματική Παράσταση της Εξέλιξης 1967-1977



Η παράλληλη ίδρυση των δύο σχολείων αποτύπωνε σε μικρογραφία δύο μεγάλες εκπαιδευτικές παραδόσεις της Ελληνικής Διασποράς, οι οποίες έχουν ως κοινή την αντίληψη των απανταχού Ελλήνων μεταναστών, σύμφωνα με την οποία πετυχημένοι Έλληνες μετανάστες θεωρούνται αυτοί που αντιμετώπισαν επιτυχώς το εκπαιδευτικό τους πρόβλημα. Η εκπαιδευτική αντίληψη η οποία αποτυπώθηκε στην ίδρυση του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου εξέφραζε τις παραδόσεις των κοινοτικών αστικών σχολείων των Ελλήνων της Διασποράς και τις ανοιχτές διαθέσεις και προοπτικές του οργανωμένου μέρους των Ελλήνων για ένταξη στην κοινωνία υποδοχής. Η εκπαιδευτική αντίληψη της Ενορίας εξέφραζε πιστότερα την παραδοσιακή ελληνική μεταναστευτική παράδοση που αποδέχεται το διακριτικό ιδεολογικό έλεγχο της δραστηριότητας από την εκκλησία και το εν γένει νεοελληνικό κράτος.


Οι δύο αυτές διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις επρόκειτο να βάλουν τη σφραγίδα τους στην εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ελλήνων της Σουηδίας, πότε συγκρουόμενες, πότε διάγοντας βίο παράλληλο και πότε συγκλίνοντας σε μία συνθετική αντίληψη των εκπαιδευτικών πραγμάτων, χάνοντας στο τέλος πιθανόν και οι δύο τις αρχικές προοπτικές που ξάνοιγαν. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος, αναζητώντας στηρίγματα στο σουηδικό κράτος (αναγνώριση της δραστηριότητας, παραχώρηση αιθουσών και οικονομικές επιχορηγήσεις), έχασε νωρίς τον έλεγχο του σαββατιάτικου σχολείου του που πέρασε σύντομα στα χέρια των σουηδικών σχολικών αρχών και μετεξελίχτηκε σε πολιτιστική δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, η οποία σταμάτησε οριστικά το 1986. Ο Σύλλογος και οι γονείς που συμμερίζονταν τις ίδιες εκπαιδευτικές αντιλήψεις, μέσα από τις γραμμές της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων και Κοινοτήτων Σουηδίας (Ο.Ε.Σ.Κ.Σ.), έριξαν όλο το βάρος και το ενδιαφέρον τους στην καθιέρωση και την ανάπτυξη της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας στο σουηδικό σχολείο.


Από την άλλη πλευρά, η εκπαιδευτική δραστηριότητα της ενορίας του Αγίου Ιωάννη είχε μεγάλη ανταπόκριση στους γονείς, αλλά δεν μετεξελίχτηκε ούτε σε κοινοτικό ούτε σε εκκλησιαστικό σχολικό δίκτυο. Στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, περνώντας σκληρές δοκιμασίες αναγνώρισης, οι δραστηριότητες αυτές τέθηκαν υπό τον έλεγχο των ιδρυόμενων συλλόγων Ελλήνων γονέων και κηδεμόνων, οι οποίοι με τη σειρά τους αναζητώντας ισχυρότερα στηρίγματα αναγνώρισης έκλιναν αποφασιστικά προς τις ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής είναι το άτυπο εκπαιδευτικό δίκτυο που συνιστούν τα ελληνικά σχολεία ελεύθερου χρόνου, όπου διδάσκεται η Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμός.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Ίδρυση του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1966, λίγους μήνες νωρίτερα από το σαββατιάτικο σχολείο της Ελληνορθόδοξης ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος πολύ σύντομα επεδίωξε τη συνεργασία με τις σουηδικές αρχές με στόχο να αποκτήσει πρόσβαση σε υποδομές, οικονομικούς πόρους και σχολικές υπηρεσίες και με τον τρόπο αυτόν να βελτιώσει τις προσφερόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και να απορροφήσει την παράλληλη δραστηριότητα της Ενορίας.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


1967


Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


Για να αναγνωριστεί επίσημα από τις σουηδικές σχολικές αρχές, η δραστηριότητα υπήχθη στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης, τον Φεβρουάριο του 1967. Η υπαγωγή του σχολείου στην αρμοδιότητα των σχολικών αρχών γνωστοποιήθηκε με την ακόλουθη ανακοίνωση του συλλόγου :


«Σημαντικό! Η προσπάθεια του συλλόγου να δώσει στα ελληνόπουλα που κατοικούν εδώ τη δυνατότητα να μάθουν την ελληνική γλώσσα, τον πολιτισμό και την ιστορία, μέσω του σχολείου που λειτουργεί εδώ και τρεις μήνες με έξοδα του συλλόγου και που έχει περισσότερους από 50 μαθητές, αποδείχτηκε επιτυχημένη. Ύστερα από ενεργητικές προσπάθειες του συλλόγου, το σχολείο έχει αναγνωριστεί επίσημα από τη Γενική Δ/νση Σχολείων στη Σουηδία, η οποία έχει, επίσης, αναλάβει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη διδασκαλία. Η διδασκαλία έχει υπαχθεί στη Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης. Αυτό σημαίνει ότι η Διεύθυνση Σχολείων έχει διευθετήσει αίθουσες στο σχολείο Vasa, Karlsbergsvägen 34, στον δεύτερο όροφο. Οι ώρες διδασκαλίας στην Ελληνική γλώσσα θα περαστούν στον έλεγχο των παιδιών. Ο Σουηδοελληνικός σύλλογος με τις ενέργειες αυτές έχει αναδειχτεί σε πρωτοπόρο και στο χώρο αυτό, εφόσον η ελληνική παροικία είναι η πρώτη που κατάφερε να πετύχει αναγνώριση ενός τέτοιου σχολείου από το Σουηδικό Κράτος… Μαθήματα γίνονται κάθε Σάββατο και διαρκούν δύο ώρες. (Svensk grekiska föreningen nr 1/1967).


Ίδρυση του σχολείου της Ελληνορθόδοξης Ενορίας Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος


Στις 4/2/1967, η Ενορία προχώρησε στην υλοποίηση των εκπαιδευτικών σχεδίων της, με την οργάνωση ενός σαββατιάτικου σχολείου . Το Σαββατιάτικο σχολείο της Ενορίας ξεκίνησε να λειτουργεί λίγους μήνες αργότερα από το σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου, από το οποίο κρατήθηκαν αποστάσεις, δίνοντας διαφορετικό προσανατολισμό με σαφείς αναφορές στις εκπαιδευτικές διασπορικές παραδόσεις που το καταστατικό της πρόβλεπε:


«Η Ενορία άρχισε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας για ελληνόπουλα σχολικής ηλικίας, την οποία προγραμμάτιζε εδώ και πολύ καιρό και η οποία είναι κάτι που εμπίπτει στο χώρο των δραστηριοτήτων της και γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο στις ελληνικές ενορίες όλου του κόσμου. [---] Είναι παράλογο και να το σκεφτεί κανείς ότι η ενορία θα αποποιηθεί αυτή την ευθύνη, μία αυτονόητη και φυσική δραστηριότητα μόνο και μόνο επειδή ο σύλλογος, ένας από τις δεκάδες ελληνικούς συλλόγους που υπάρχουν στη Σουηδία, αξιώνει να εκπροσωπεί μόνον αυτός τις δραστηριότητες της παροικίας στη Στοκχόλμη (Αρχείο Ελληνορθόδοξης Ενορίας Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Νοέμβριος 1967).


Η σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση των δύο σχολείων προκάλεσε τριβές και καχυποψία ανάμεσα στους δύο φορείς και εξέθεσε το σχολείο της Ενορίας σε μία τρισδιάστατη δοκιμασία αναγνώρισης και νομιμοποίησης. Η μητέρα πατρίδα, το ελληνικό κράτος στο οποίο απευθύνθηκε η Ενορία για να αναγνωρίσει τη δραστηριότητά της ανταποκρίθηκε θετικά και έμπρακτα με την καταρχήν χορήγηση οικονομικού βοηθήματος και την απόσπαση δασκάλων. Το πλεονέκτημα της ελληνικής αναγνώρισης, ωστόσο, σύντομα μετατράπηκε σε μειονέκτημα για την Ενορία, αφού λίγους μήνες μετά από την ίδρυση του σχολείου επιβλήθηκε το καθεστώς της δικτατορίας στην Ελλάδα (21/4/1967). Η αποδοχή οικονομικής βοήθειας, η απασχόληση δασκάλων και η χρήση διδακτικών βιβλίων από την Ελλάδα από τη μια διευκόλυναν την οργάνωση της διδασκαλίας, αλλά από την άλλη πλευρά εξέθεσαν το σχολείο σε περιπετειώδεις διαδικασίες νομιμοποίησης στο κοινωνικό σώμα της ελληνικής παροικίας και στη σουηδική κοινωνία, λόγω ακριβώς αυτών των σχέσεων. Η ανάπτυξη της ενοριακής σχολικής δραστηριότητας άρχισε την εποχή που οι Έλληνες δεν είχαν οργανωθεί ακόμα σε συλλόγους, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως ο Σουηδοελληνικός σύλλογος Στοκχόλμης. Συνεπώς η συσπείρωση των Ελλήνων γονέων γύρω από την εκπαιδευτική δραστηριότητα της Ενορίας αποτέλεσε, συγχρόνως, μία νέα διαδικασία συλλογικής έκφρασης, η οποία ερχόταν σε αντιδιαστολή με την εκπαιδευτική δραστηριότητα του Σουηδοελληνικού συλλόγου. Εμμέσως, πλην σαφώς, ο νέος φορέας αμφισβήτησε το δικαίωμα του Σουηδοελληνικού συλλόγου να ενεργεί και να εκπροσωπεί όλους τους γονείς για εκπαιδευτικά θέματα και διατύπωσε διαφορετική άποψη για τη μορφή οργάνωσης της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης. Η αμφισβήτηση αυτή προκάλεσε ανταγωνισμό, αντιπαλότητα και διαμάχες . Οι συγκρούσεις δεν περιορίστηκαν σε προσωπικές υποθέσεις, αλλά είχαν βαθύτερες ιδεολογικοπολιτικές αιτίες και προεκτάσεις, με αναφορές σε διαφορετικές εκπαιδευτικές αντιλήψεις, φιλοσοφίες και παραδόσεις, στα αστικά και στα εκκλησιαστικά παροικιακά σχολεία. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο εκπαιδευτικές αντιλήψεις που εκπροσωπούσαν αντίστοιχα τα δύο σαββατιάτικα ελληνικά σχολεία της Στοκχόλμης έλαβε χώρα σε μια δύσκολη περίοδο πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα, γεγονός που έφερε το σχολείο της Ενορίας σε απολογητική θέση για τις σχέσεις του με τη χούντα, έναντι των Ελλήνων γονέων, της σουηδικής κοινωνίας και των σουηδικών αρχών. Η κοινωνική αναγνώριση και νομιμοποίηση του σχολείου σε μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων γονέων της Στοκχόλμης συνιστούσε αναμφισβήτητα μία επιτυχία, η οποία οφειλόταν σε σαφείς και οικείες εκπαιδευτικές πρακτικές που ανέδειξαν πάνω από όλα την πρακτική σκοπιμότητα, την ωφέλεια και την εγκυρότητα της διδασκαλίας του σχολείου. Το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο λειτουργίας του απέρρεε με φυσικό τρόπο από τις συγκεκριμένες εκπαιδευτικές παραδόσεις που επικαλούνταν και εφάρμοζαν. Οι γονείς συνεπώς που συσπειρώθηκαν στο σχολείο της Ενορίας είχαν κοινές αναφορές που απέρρεαν από παραδόσεις και πρακτικές που αποδείχτηκαν ανθεκτικές και ισχυρότερες από την πολιτική κριτική που ασκήθηκε εναντίον του σχολείου. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Εκπαίδευση και πολιτική είναι, βέβαια, συνυφασμένες έννοιες, υπήρχαν γονείς που κράτησαν απόσταση από το σχολείο της Ενορίας για πολιτικούς λόγους, όπως και γονείς που πλαισίωσαν το σχολείο γιατί είχαν πολιτικές απόψεις συναφείς με την παράδοση που εξέφραζε, αλλά το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής ήταν οι συγκεκριμένες εκπαιδευτικές υπηρεσίες που πρόσφερε το σχολείο. Η τρίτη διάσταση της δοκιμασίας κοινωνικής αναγνώρισης και νομιμοποίησης του σχολείου αφορούσε το ευρύτερο σουηδικό εκπαιδευτικό και κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, αλλά συνδέθηκε στενά και με την ύπαρξη του έτερου σαββατιάτικου ελληνικού σχολείου Στοκχόλμης. Όπως είδαμε στο κεφ. ΣΤ΄1.1 η υπαγωγή του σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου στον έλεγχο της Διεύθυνσης Σχολείων Στοκχόλμης είχε ανακοινωθεί ως επίσημη αναγνώρισή του από το σουηδικό κράτος, και προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν αρκετές φορές οι εκπρόσωποι του σχολείου της Ενορίας. Με τη συνεργασία των σουηδικών σχολικών αρχών το ενοριακό σχολείο προσδοκούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα μέσα για την οργάνωση της διδασκαλίας, αίθουσες διδασκαλίας, άδειες αποσπάσεις δασκάλων από την Ελλάδα και οικονομική επιχορήγηση για τα λειτουργικά έξοδα. Οι σουηδικές αρχές έθεσαν πολύ συγκεκριμένους όρους για συνεργασία, όπως διαπιστώνεται από την ακόλουθη μαρτυρία:


«Με την ευκαιρία μπορεί να αναφερθεί ότι στα χρόνια που πέρασαν είχαν γίνει καμιά δεκαριά παραστάσεις στη Διεύθυνση Σχολείων με παρακλήσεις για αίθουσες διδασκαλίας και επιδόματα για τις πληρωμές των δασκάλων για το μέρος της δραστηριότητας που αφορούσε τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας. Επειδή η διδασκαλία αυτή γινόταν με φορέα την εκκλησία, η Διεύθυνση Σχολείων πρότεινε να αλλάξει η ονομασία του σχολείου που ήταν Σχολείο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου και να τεθεί η δραστηριότητα υπό την επίβλεψη της Διεύθυνσης σχολείων. Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας στο Λονδίνο και ο διάδοχός του Πολύευκτος ήταν της άποψης, να μη γίνει καμία αλλαγή» (Αρχείο Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, Σεπτέμβριος 1976: PM angående processen om fullföljande av inköp av fastigheten Idungatan 4).


Η άρνηση της Ενορίας να δεχτεί τους όρους ελέγχου που είχαν διατυπώσει οι δημοτικές σχολικές αρχές είχε ως συνέπεια να μην παραχωρηθούν κατάλληλες σχολικές αίθουσες για τη διδασκαλία. Στα τρία πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το σχολείο αναγκάστηκε να αλλάξει έξι φορές το χώρο διδασκαλίας: • Αίθουσα συναθροίσεων στην ενορία Maria församling • Ένα δωμάτιο σε μισογκρεμισμένο σπίτι στην οδό, Skånegatan 68 • Στην αίθουσα των γραφείων της Ελληνορθόδοξης Ενορίας. • Στο αναγνωστήριο της ενορίας Adolf Fredrik. • Σε αίθουσα του Kursverksamheten/ Stockholms Universitet • Στο σχολείο Sofia.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Δικτατορία στην Ελλάδα. Πολιτικοί πρόσφυγες απο την χώρα μας στην Σουηδία


1968


Το σαββατιάτικο σχολείο του Σουηδοελληνικού συλλόγου Στοκχόλμης


Με την απόκτηση του ελέγχου του σαββατιάτικου σχολείου του Σουηδοελληνικού συλλόγου και με την παρέλευση ενός έτους (Φθινόπωρο του 1968), η Διεύθυνση Σχολείων Στοκχόλμης μετέφερε τη διδασκαλία από το σχολείο Gustav Vasa στο Mariaskolan, όπου προοδευτικά εντάχθηκαν τμήματα και άλλων μεταναστευτικών ομάδων. Η σαββατιάτικη διδασκαλία προσέλκυε όλο και περισσότερα παιδιά από περισσότερες γλωσσικές ομάδες (300 μαθητές με 9 διαφορετικές γλώσσες).


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


Ίδρυση της ελληνορθόδοξης ενορίας του Göteborg


1969-1992


Η συγκρότηση και η εξέλιξή της ελληνικής μεταναστευτικής κοινότητας στη Σουηδία δείχνει ότι επηρεάζεται σοβαρά και από τη σουηδική μεταναστευτική πολιτική. 2η περίοδος


Η δεύτερη περίοδος συμπίπτει με τη σουηδική φιλομεταναστευτική πολιτική (1969-1992), οι επιδράσεις της οποίας αποτυπώνονται στις μορφές οργάνωσης, δράσης και προσανατολισμών της αναδυόμενης ελληνικής συλλογικότητας. Κατά την περίοδο αυτήν, η ελληνική κοινότητα κάνει αισθητή την παρουσία της στο ευρύτερο χώρο, αποκτά πολιτική οντότητα με δυναμικά χαρακτηριστικά και φτάνει στα όρια της ακμής της. Συγχρόνως, παρουσιάζει εμφανή τα σημάδια της διάσπασης και σπαράσσεται μέσα στο διττό προσανατολισμό της: το όνειρο της παλιννόστησης και της εκπλήρωσης των στόχων του επιτυχημένου μετανάστη που επιτάσσουν οι μεταναστευτικές παραδόσεις και τις ανάγκες συντεταγμένης ένταξης στη σύγχρονη σουηδική κοινωνία. Το αποτέλεσμα της συγκρουσιακής αυτής διαδικασίας δεν ήταν τίποτε από τα δύο. Αρκετές παραδοσιακές πρακτικές εγκαταλείφτηκαν και η ένταξη απέτυχε.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"


1969


Ελληνορθόδοξη Ιερά Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας


Στις 12 Αυγούστου 1969 θεσπίστηκε η ελληνορθόδοξη Ιερά Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας (Νορβηγία, Δανία και Ισλανδία), με έδρα τη Στοκχόλμη υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.


Απόσπασμα απο το βιβλίο του κ. Οδυσσέα Παπαθανασίου "Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η (ΑΝΑ)ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΟΥΗΔΙΑ"