1940
Περίοδοι μετανάστευσης.
Στις αρχές του ΄40 οι πρόσφυγες έρχονταν κύρια από την Γερμανία, Αυστρία, Φινλανδία, Νορβηγία και μερικοί από Δανία.
Δυό χρόνια αργότερα ο αριθμός τους άγγιζε του 22.000. Η αύξηση οφείλεται σε Νορβηγούς και κάτοικους από τις Βαλτικές χώρες.
Οργάνωση των προσφύγων στη διάρκεια του πολέμου.
Κατά την διάρκεια του πολέμου αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των προσφύγων πράγμα που οδήγησε στην δημιουργία ενός ακόμα τμήματος κάτω από την επίβλεψη της εθνικής κοινωνικής υπηρεσίας. Το 1940 ιδρύθηκε τμήμα κράτησης ξένων. Σκοπός του τμήματος ήταν να αναλάβει την φροντίδα όσων δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους.
Το καθήκον αυτό διευκολύνθηκε μετά την απόφαση Νορβηγίας και Δανίας να έχουν δικές τους αντιπροσωπείες στη Σουηδία με σκοπό να φροντίσουν την συντήρηση των δικών τους υπηκόων. Η κοινωνική υπηρεσία είχε την υπευθυνότητα για τους υπόλοιπους. Μεταξύ 1938 και 1944 υπήρχαν τρείς διαφορετικές περιπτώσεις με διαφορετικά καθήκοντα: Υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών είχε την ευθύνη για τα διαβατήρια. Το γραφείο αλλοδαπών της κοινωνικής υπηρεσίας και το τμήμα κράτησης ξένων της κοινωνικής υπηρεσίας.
Με την είσοδο στη χώρα, όσοι δεν απελάθηκαν αμέσως στα σύνορα, χωρίσθηκαν σε κατηγορίες ή εθνικότητες και στάλθηκαν σε κάποιο κέντρο υποδοχής. Από τα τμήματα υποδοχής μεταφέρονταν στη συνέχεια σχετικά γρήγορα σε ειδικά κέντρα περίθαλψης. Άτομα τα οποία κατόπιν έρευνας θεωρούνταν ύποπτα ή για οποιαδήποτε αιτία ανεπιθύμητοι από τις σουηδικές υπηρεσίες , αλλά δεν μπορούσαν να απελαθούν με βάση το νόμο για πολιτικούς πρόσφυγες, τοποθετούνταν σε ειδικούς καταυλισμούς προσφύγων. Οι καταυλισμοί αυτοί μπορούν να χωρισθούν σε δυό κατηγορίες: Ανοιχτοί και κλειστοί καταυλισμοί ( στρατόπεδα) ή στρατόπεδα κρατουμένων.
Οι ανοιχτοί καταυλισμοί θεσπίσθηκαν στη διάρκεια του πολέμου για να δεχθούν πρόσφυγες που δεν μπορούσαν να συντηρηθούν μόνοι τους.
Η ευθύνη για τη λειτουργία τέτοιων καταυλισμών διέφερε από περίπτωση σε περίπτωση. Μερικοί διευθύνονταν από την κοινωνική υπηρεσία, άλλοι από το γραφείο προσφύγων ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών και άλλοι φροντίζονταν με την συνεργασία κοινωνικής υπηρεσίας και ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών. Αντιπρόσωπος της κοινωνικής υπηρεσίας υπήρχε σε κάθε καταυλισμό. Υπήρχαν διάφοροι χαρακτηρισμοί για τα στρατόπεδα: στρατόπεδα υποδοχής, εύρεσης εργασίας, ιατρικής φροντίδας και στρατώνες πειθαρχίας. Όσοι τοποθετούνταν σε ανοιχτά στρατόπεδα, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στα κλειστού τύπου, δεν είχαν περιορισμό στις κινήσεις και δεν χαρακτηρίζονταν σαν έγκλειστοι. Ο καταυλισμός ήταν ένας τρόπος εξασφάλισης της παραμονής στα μεγάλα κύματα προσφύγων που κατέφευγαν στη χώρα.
Μέχρι το 1941 δεν υπήρξε καμιά κρατική πρωτοβουλία για να έχουν (βρουν) δουλειά οι πρόσφυγες. Όταν το κύμα προσφύγων αυξήθηκε άνοιξαν ειδικά γραφεία ευρέσεως εργασίας σε διάφορους καταυλισμούς. Η διαμεσολάβηση για εύρεση εργασίας δεν ήταν εξειδικευμένη, αλλά σκοπό είχε να βρεθεί κάποια δουλειά όσο το δυνατόν γρηγορότερα για όσους μπορούσαν να εργασθούν, κατά κανόνα στην δασοκομία. Ο κλάδος αυτός χρειαζόταν συνεχώς καινούργιο εργατικό δυναμικό για να ανακουφίσει την έλλειψη καυσίμων που ήταν συνεχής απειλή. Το σκεπτικό ήταν να δουλέψουν πρώτα στα δάση πριν φροντίσουν να βρουν το είδος της εργασίας που τους ταίριαζε στην εκπαίδευσή τους. Τα πρώτα χρόνια του 1940 απασχολούνταν στα δάση κυρίως οι Νορβηγοί πρόσφυγες.
Σε κλειστούς καταυλισμούς κατέληγαν πρόσφυγες ανεπιθύμητοι -για κάποιο λόγο-στις σουηδικές υπηρεσίες
Παναγιώτης Καλογιάννης 01-Aug-2010
|